Η Εαρινή Οικονομική Πρόβλεψη 2026 προβλέπει ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλεί ένα νέο ενεργειακό σοκ, το οποίο αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό και κλονίζει το οικονομικό κλίμα.
Πριν από το τέλος Φεβρουαρίου 2026, η οικονομία της ΕΕ αναμενόταν να συνεχίσει να αναπτύσσεται με μέτριο ρυθμό, παράλληλα με περαιτέρω μείωση του πληθωρισμού, όμως οι προοπτικές έχουν αλλάξει σημαντικά μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Ο πληθωρισμός άρχισε να αυξάνεται λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, λόγω της απότομης αύξησης των τιμών των ενεργειακών εμπορευμάτων, ενώ η οικονομική δραστηριότητα χάνει δυναμική. Η κατάσταση αναμένεται να βελτιωθεί ελαφρώς το 2027, εφόσον υποχωρήσουν οι εντάσεις στις αγορές ενέργειας.
Μετά την αύξηση κατά 1,5% το 2025, η ανάπτυξη του ΑΕΠ στην ΕΕ προβλέπεται τώρα να επιβραδυνθεί στο 1,1% το 2026, δηλαδή να αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την πρόβλεψη της Φθινοπωρινής Οικονομικής Πρόβλεψης 2025, η οποία ήταν 1,4%. Στη συνέχεια, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να ενισχυθεί οριακά στο 1,4% το 2027. Οι προβλέψεις ανάπτυξης για τη ζώνη του ευρώ αναθεωρούνται επίσης προς τα κάτω, στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027, από 1,2% και 1,4% αντίστοιχα. Ο πληθωρισμός στην ΕΕ αναμένεται να φτάσει το 3,1% το 2026, δηλαδή μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από ό,τι είχε προβλεφθεί προηγουμένως, και να υποχωρήσει ξανά στο 2,4% το 2027. Στη ζώνη του ευρώ, ο πληθωρισμός αναθεωρείται επίσης προς τα πάνω, στο 3,0% το 2026 και στο 2,3% το 2027, σε σύγκριση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις για 1,9% και 2,0% αντίστοιχα.
Η οικονομία της ΕΕ θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό
Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η οικονομία της ΕΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στο ενεργειακό σοκ που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, το δεύτερο τέτοιο σοκ σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας σημαίνει υψηλότερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά και μεγάλη αύξηση του κόστους για τις επιχειρήσεις, γεγονός που μειώνει τα κέρδη σε πολλούς κλάδους και ουσιαστικά ανακατευθύνει εισόδημα έξω από την οικονομία της ΕΕ και προς τις χώρες που εξάγουν ενέργεια.
Η έναρξη της σύγκρουσης οδήγησε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 40 μηνών, εν μέσω αυξανόμενων φόβων για εκτίναξη του πληθωρισμού και απώλειες θέσεων εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, η κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις αναμένεται επίσης να περιοριστούν από τις αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες, τα χαμηλότερα κέρδη και την αυξημένη αβεβαιότητα. Η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση επιβαρύνει επίσης την αύξηση των εξαγωγών.
Οι επενδύσεις της ΕΕ στην ενεργειακή ανθεκτικότητα, ιδίως μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αποδίδουν. Η προσπάθεια για διαφοροποίηση του εφοδιασμού, απανθρακοποίηση και χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας έχει καταστήσει την οικονομία της ΕΕ καλύτερα προετοιμασμένη να απορροφήσει το σημερινό σοκ.
Ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί λόγω των τιμών ενέργειας
Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό έχουν επιδεινωθεί μετά τη Φθινοπωρινή Πρόβλεψη 2025, με τα στοιχεία του Μαρτίου και του Απριλίου να δείχνουν ήδη απότομη επιτάχυνση, η οποία οφείλεται στις τιμές της ενέργειας. Ο γενικός πληθωρισμός αναμένεται τώρα να κορυφωθεί το 2026, προτού υποχωρήσει το 2027, καθώς οι τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων αναμένεται να μειωθούν σταδιακά, αν και θα παραμείνουν περίπου 20% υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα.
Το τέλος της μακροχρόνιας μείωσης της ανεργίας
Το 2025, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 0,5%, προσθέτοντας περισσότερες από 1 εκατομμύριο θέσεις εργασίας στην οικονομία της ΕΕ. Το 2026, η αύξηση της απασχόλησης προβλέπεται να επιβραδυνθεί στο 0,3% και να ενισχυθεί ξανά οριακά στο 0,4% το 2027. Η μακροχρόνια μείωση του ποσοστού ανεργίας αναμένεται να τερματιστεί, με το ποσοστό να σταθεροποιείται γύρω στο 6% το 2027. Η αύξηση των ονομαστικών μισθών αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, καθώς οι μισθοί προσαρμόζονται στον υψηλότερο πληθωρισμό.
Το ενεργειακό σοκ προσθέτει νέο βάρος στα δημόσια οικονομικά
Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί από 3,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,6% έως το 2027, αντανακλώντας την υποτονική οικονομική δραστηριότητα, τις υψηλότερες δαπάνες για τόκους, τα μέτρα για την άμβλυνση των επιπτώσεων των υψηλότερων τιμών ενέργειας στα ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, καθώς και την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Οι δημόσιες επενδύσεις στην ΕΕ αναμένεται να σταθεροποιηθούν σε υψηλά επίπεδα το 2027, παρά το τέλος των εκταμιεύσεων από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της ΕΕ προβλέπεται επίσης να αυξηθεί από 82,8% το 2025 σε 84,2% το 2026 και 85,3% το 2027. Στη ζώνη του ευρώ, ο λόγος αναμένεται να αυξηθεί από 88,7% το 2025 σε 90,2% και 91,2% το 2026 και το 2027 αντίστοιχα. Αυτό αντανακλά υψηλότερα πρωτογενή ελλείμματα και μια ολοένα πιο δυσμενή διαφορά μεταξύ επιτοκίων και ανάπτυξης. Έως το 2027, τέσσερα κράτη μέλη αναμένεται να έχουν λόγο χρέους άνω του 100% του ΑΕΠ.
Οι συνεχιζόμενες πιέσεις στην προσφορά επιβαρύνουν τις προοπτικές
Ο βασικός κίνδυνος που περιβάλλει την πρόβλεψη αφορά τη διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις της στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Δεδομένου του ασυνήθιστα υψηλού βαθμού αβεβαιότητας και του περιορισμένου πλέον χρονικού περιθωρίου για ταχεία ομαλοποίηση των συνθηκών προσφοράς, η βασική πρόβλεψη συμπληρώνεται από ένα εναλλακτικό σενάριο, το οποίο υποθέτει πιο παρατεταμένες διαταραχές. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, οι τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων θεωρείται ότι θα αυξηθούν σημαντικά πάνω από τις καμπύλες των προθεσμιακών τιμών του βασικού σεναρίου, θα κορυφωθούν στα τέλη του 2026 και στη συνέχεια θα ευθυγραμμιστούν σταδιακά με αυτές έως το τέλος του 2027. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο πληθωρισμός δεν θα υποχωρήσει και η οικονομική δραστηριότητα δεν θα ανακάμψει το 2027 όπως προβλέπεται στο βασικό σενάριο. Επιπλέον, οι υψηλότερες τιμές θα μπορούσαν να οδηγήσουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε εντονότερη μείωση της κατανάλωσης και των επενδύσεων.
Επιπλέον, άμεσες ελλείψεις προσφοράς για συγκεκριμένα εμπορεύματα και εισροές, για παράδειγμα ορισμένα διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα, ήλιο και λιπάσματα, θα μπορούσαν να ενταθούν, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής και στην οικονομική προσιτότητα των τροφίμων.
Η συνεχιζόμενη εξασθένηση της ζήτησης εργασίας, όπως αποτυπώνεται στη μείωση των κενών θέσεων εργασίας και των προσλήψεων, θα μπορούσε να προμηνύει δυσμενέστερες επιπτώσεις στην αύξηση της απασχόλησης στο μέλλον.
Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις παγκόσμιες εμπορικές πολιτικές και η εν εξελίξει αναδιαμόρφωση των γεωπολιτικών και εμπορικών σχέσεων θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω την εμπιστοσύνη και τη δραστηριότητα.
Η ταχύτερη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αντιμετωπίζουν τα μακροχρόνια εμπόδια στην ανάπτυξη της ΕΕ παραμένει ένας σημαντικός θετικός κίνδυνος για τις προοπτικές. Οι ισχυρές δημόσιες επενδύσεις σε τομείς όπως η άμυνα και η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να αντισταθμίσουν μέρος της αδυναμίας που αναμένεται στον ιδιωτικό τομέα. Η τεχνητή νοημοσύνη αντιπροσωπεύει τόσο ευκαιρία όσο και κίνδυνο. Τα κέρδη παραγωγικότητας θα μπορούσαν να στηρίξουν τις επενδύσεις στην ΕΕ, ενώ η αναστάτωση στην αγορά εργασίας θα μπορούσε να επιβαρύνει τη ζήτηση.
Ιστορικό
Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται σε τεχνικές παραδοχές για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα επιτόκια και τις τιμές των εμπορευμάτων, με καταληκτική ημερομηνία την 29η Απριλίου. Για όλα τα υπόλοιπα εισερχόμενα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων για τις κυβερνητικές πολιτικές, η πρόβλεψη ενσωματώνει πληροφορίες έως και την 4η Μαΐου. Οι προβλέψεις υποθέτουν ότι δεν θα υπάρξουν αλλαγές πολιτικής, εκτός εάν τα μέτρα έχουν εγκριθεί ή έχουν ανακοινωθεί αξιόπιστα και έχουν προσδιοριστεί με επαρκείς λεπτομέρειες. Η πρόβλεψη περιλαμβάνει δύο ειδικά θέματα σχετικά με τη μείωση της χρήσης ενέργειας στην ΕΕ τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και το χάσμα στην υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης. Μέσα από μια σειρά ειδικών πλαισίων, αναλύει επίσης τις μακροοικονομικές πολιτικές απαντήσεις στα ενεργειακά σοκ, τις στρατηγικές των μεταποιητικών επιχειρήσεων απέναντι στις εμπορικές εντάσεις και διαταραχές, τη συνεχιζόμενη χαλάρωση των αγορών εργασίας, τις συνδέσεις μεταξύ τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και τα εθνικά δημοσιονομικά μέτρα για την αντιμετώπιση του ενεργειακού σοκ του 2026.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει κάθε χρόνο δύο ολοκληρωμένες προβλέψεις, την εαρινή και τη φθινοπωρινή, οι οποίες καλύπτουν ευρύ φάσμα οικονομικών δεικτών για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, τις υποψήφιες χώρες, τις χώρες της ΕΖΕΣ και άλλες μεγάλες προηγμένες και αναδυόμενες οικονομίες.
Η Φθινοπωρινή Οικονομική Πρόβλεψη 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα επικαιροποιήσει τις προβλέψεις της παρούσας δημοσίευσης και αναμένεται να παρουσιαστεί τον Νοέμβριο του 2026.
Για περισσότερες πληροφορίες
Πλήρες έγγραφο


